επαλειπτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επαλειπτικός η επαλειπτική το επαλειπτικό
      γενική του επαλειπτικού της επαλειπτικής του επαλειπτικού
    αιτιατική τον επαλειπτικό την επαλειπτική το επαλειπτικό
     κλητική επαλειπτικέ επαλειπτική επαλειπτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επαλειπτικοί οι επαλειπτικές τα επαλειπτικά
      γενική των επαλειπτικών των επαλειπτικών των επαλειπτικών
    αιτιατική τους επαλειπτικούς τις επαλειπτικές τα επαλειπτικά
     κλητική επαλειπτικοί επαλειπτικές επαλειπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επαλειπτικός < επαλείφω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτπιελαπε

επαλειπτικός

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά