επαναβεβαίωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | επαναβεβαίωση | οι | επαναβεβαιώσεις |
| γενική | της | επαναβεβαίωσης* | των | επαναβεβαιώσεων |
| αιτιατική | την | επαναβεβαίωση | τις | επαναβεβαιώσεις |
| κλητική | επαναβεβαίωση | επαναβεβαιώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, επαναβεβαιώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- επαναβεβαίωση < επανα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επανα- (νέα ελληνικά) + βεβαίωση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωιαβεβαναπε
επαναβεβαίωση θηλυκό
Συγγενικά
- επαναβεβαιώνω
- → και δείτε τη λέξη βεβαιώνω
Μεταφράσεις
επαναβεβαίωση
|
|
Πηγές
- επαναβεβαίωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησωιαβεβαναπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επανα- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)