επαναδιαπραγματεύομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- επαναδιαπραγματεύομαι < επανα- + διαπραγματεύομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμουεταμγαρπαιδαναπε
επαναδιαπραγματεύομαι (αποθετικό ρήμα)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- διαπραγματεύομαι ξανά, απ’ την αρχή, ξαναρχίζω τις διαπραγματεύσεις
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επαναδιαπραγματεύομαι | επαναδιαπραγματευόμουν(α) | θα επαναδιαπραγματεύομαι | να επαναδιαπραγματεύομαι | ||
| β' ενικ. | επαναδιαπραγματεύεσαι | επαναδιαπραγματευόσουν(α) | θα επαναδιαπραγματεύεσαι | να επαναδιαπραγματεύεσαι | (επαναδιαπραγματεύου) | |
| γ' ενικ. | επαναδιαπραγματεύεται | επαναδιαπραγματευόταν(ε) | θα επαναδιαπραγματεύεται | να επαναδιαπραγματεύεται | ||
| α' πληθ. | επαναδιαπραγματευόμαστε | επαναδιαπραγματευόμαστε επαναδιαπραγματευόμασταν |
θα επαναδιαπραγματευόμαστε | να επαναδιαπραγματευόμαστε | ||
| β' πληθ. | επαναδιαπραγματεύεστε | επαναδιαπραγματευόσαστε επαναδιαπραγματευόσασταν |
θα επαναδιαπραγματεύεστε | να επαναδιαπραγματεύεστε | (επαναδιαπραγματεύεστε) | |
| γ' πληθ. | επαναδιαπραγματεύονται | επαναδιαπραγματεύονταν επαναδιαπραγματευόντουσαν |
θα επαναδιαπραγματεύονται | να επαναδιαπραγματεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επαναδιαπραγματεύτηκα | θα επαναδιαπραγματευτώ | να επαναδιαπραγματευτώ | επαναδιαπραγματευτεί | ||
| β' ενικ. | επαναδιαπραγματεύτηκες | θα επαναδιαπραγματευτείς | να επαναδιαπραγματευτείς | επαναδιαπραγματεύσου | ||
| γ' ενικ. | επαναδιαπραγματεύτηκε | θα επαναδιαπραγματευτεί | να επαναδιαπραγματευτεί | |||
| α' πληθ. | επαναδιαπραγματευτήκαμε | θα επαναδιαπραγματευτούμε | να επαναδιαπραγματευτούμε | |||
| β' πληθ. | επαναδιαπραγματευτήκατε | θα επαναδιαπραγματευτείτε | να επαναδιαπραγματευτείτε | επαναδιαπραγματευτείτε | ||
| γ' πληθ. | επαναδιαπραγματεύτηκαν επαναδιαπραγματευτήκαν(ε) |
θα επαναδιαπραγματευτούν(ε) | να επαναδιαπραγματευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επαναδιαπραγματευτεί | είχα επαναδιαπραγματευτεί | θα έχω επαναδιαπραγματευτεί | να έχω επαναδιαπραγματευτεί | επαναδιαπραγματευμένος | |
| β' ενικ. | έχεις επαναδιαπραγματευτεί | είχες επαναδιαπραγματευτεί | θα έχεις επαναδιαπραγματευτεί | να έχεις επαναδιαπραγματευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επαναδιαπραγματευτεί | είχε επαναδιαπραγματευτεί | θα έχει επαναδιαπραγματευτεί | να έχει επαναδιαπραγματευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επαναδιαπραγματευτεί | είχαμε επαναδιαπραγματευτεί | θα έχουμε επαναδιαπραγματευτεί | να έχουμε επαναδιαπραγματευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επαναδιαπραγματευτεί | είχατε επαναδιαπραγματευτεί | θα έχετε επαναδιαπραγματευτεί | να έχετε επαναδιαπραγματευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επαναδιαπραγματευτεί | είχαν επαναδιαπραγματευτεί | θα έχουν επαναδιαπραγματευτεί | να έχουν επαναδιαπραγματευτεί | ||
Μεταφράσεις
επαναδιαπραγματεύομαι
|
|