επαναδιοχετεύω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- επαναδιοχετεύω < επανα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επανα- (νέα ελληνικά) + διοχετεύω
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωυετεχοιδαναπε
επαναδιοχετεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επαναδιοχετεύω | επαναδιοχέτευα | θα επαναδιοχετεύω | να επαναδιοχετεύω | επαναδιοχετεύοντας | |
| β' ενικ. | επαναδιοχετεύεις | επαναδιοχέτευες | θα επαναδιοχετεύεις | να επαναδιοχετεύεις | επαναδιοχέτευε | |
| γ' ενικ. | επαναδιοχετεύει | επαναδιοχέτευε | θα επαναδιοχετεύει | να επαναδιοχετεύει | ||
| α' πληθ. | επαναδιοχετεύουμε | επαναδιοχετεύαμε | θα επαναδιοχετεύουμε | να επαναδιοχετεύουμε | ||
| β' πληθ. | επαναδιοχετεύετε | επαναδιοχετεύατε | θα επαναδιοχετεύετε | να επαναδιοχετεύετε | επαναδιοχετεύετε | |
| γ' πληθ. | επαναδιοχετεύουν(ε) | επαναδιοχέτευαν επαναδιοχετεύαν(ε) |
θα επαναδιοχετεύουν(ε) | να επαναδιοχετεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επαναδιοχέτευσα | θα επαναδιοχετεύσω | να επαναδιοχετεύσω | επαναδιοχετεύσει | ||
| β' ενικ. | επαναδιοχέτευσες | θα επαναδιοχετεύσεις | να επαναδιοχετεύσεις | επαναδιοχέτευσε | ||
| γ' ενικ. | επαναδιοχέτευσε | θα επαναδιοχετεύσει | να επαναδιοχετεύσει | |||
| α' πληθ. | επαναδιοχετεύσαμε | θα επαναδιοχετεύσουμε | να επαναδιοχετεύσουμε | |||
| β' πληθ. | επαναδιοχετεύσατε | θα επαναδιοχετεύσετε | να επαναδιοχετεύσετε | επαναδιοχετεύστε | ||
| γ' πληθ. | επαναδιοχέτευσαν επαναδιοχετεύσαν(ε) |
θα επαναδιοχετεύσουν(ε) | να επαναδιοχετεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επαναδιοχετεύσει | είχα επαναδιοχετεύσει | θα έχω επαναδιοχετεύσει | να έχω επαναδιοχετεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επαναδιοχετεύσει | είχες επαναδιοχετεύσει | θα έχεις επαναδιοχετεύσει | να έχεις επαναδιοχετεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει επαναδιοχετεύσει | είχε επαναδιοχετεύσει | θα έχει επαναδιοχετεύσει | να έχει επαναδιοχετεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επαναδιοχετεύσει | είχαμε επαναδιοχετεύσει | θα έχουμε επαναδιοχετεύσει | να έχουμε επαναδιοχετεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επαναδιοχετεύσει | είχατε επαναδιοχετεύσει | θα έχετε επαναδιοχετεύσει | να έχετε επαναδιοχετεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν επαναδιοχετεύσει | είχαν επαναδιοχετεύσει | θα έχουν επαναδιοχετεύσει | να έχουν επαναδιοχετεύσει |
| |
Μεταφράσεις
επαναδιοχετεύω
|
|