επαναθεσμοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | επαναθεσμοποίηση | οι | επαναθεσμοποιήσεις |
| γενική | της | επαναθεσμοποίησης* | των | επαναθεσμοποιήσεων |
| αιτιατική | την | επαναθεσμοποίηση | τις | επαναθεσμοποιήσεις |
| κλητική | επαναθεσμοποίηση | επαναθεσμοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, επαναθεσμοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- επαναθεσμοποίηση < επανα- + θεσμοποίηση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοπομσεθαναπε
επαναθεσμοποίηση θηλυκό
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) η εκ νέου θεσμοποίηση
- Τη δημιουργία Μητρώου Πολιτών μέχρι το Δεκέμβριο, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας μέσα σε τρία χρόνια και την επαναθεσμοποίηση της αποκέντρωσης προανήγγειλε ο υπουργός Εσωτερικών.(*)
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις θεσμοποίηση, θεσμός και ποιώ
Μεταφράσεις
επαναθεσμοποίηση
|
|