επανακατάρτιση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | επανακατάρτιση | οι | επανακαταρτίσεις |
| γενική | της | επανακατάρτισης* | των | επανακαταρτίσεων |
| αιτιατική | την | επανακατάρτιση | τις | επανακαταρτίσεις |
| κλητική | επανακατάρτιση | επανακαταρτίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, επανακαταρτίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- επανακατάρτιση < επανα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επανα- (νέα ελληνικά) + κατάρτιση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησιτρατακαναπε
επανακατάρτιση θηλυκό
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη καταρτίζω
Μεταφράσεις
επανακατάρτιση
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επανα- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)