επιβαρυντικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιβαρυντικός η επιβαρυντική το επιβαρυντικό
      γενική του επιβαρυντικού της επιβαρυντικής του επιβαρυντικού
    αιτιατική τον επιβαρυντικό την επιβαρυντική το επιβαρυντικό
     κλητική επιβαρυντικέ επιβαρυντική επιβαρυντικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιβαρυντικοί οι επιβαρυντικές τα επιβαρυντικά
      γενική των επιβαρυντικών των επιβαρυντικών των επιβαρυντικών
    αιτιατική τους επιβαρυντικούς τις επιβαρυντικές τα επιβαρυντικά
     κλητική επιβαρυντικοί επιβαρυντικές επιβαρυντικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιβαρυντικός < επιβαρύνω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) ἐπιβαρύνω

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτνυραβιπε

επιβαρυντικός

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτνυραβιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)