επιδεσμολογία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιδεσμολογία οι επιδεσμολογίες
      γενική της επιδεσμολογίας των επιδεσμολογιών
    αιτιατική την επιδεσμολογία τις επιδεσμολογίες
     κλητική επιδεσμολογία επιδεσμολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιδεσμολογία < επίδεσμο(ς) + -λογίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λογία (νέα ελληνικά)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολομσεδιπε

επιδεσμολογία θηλυκό

  1. (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά): κλάδος της νοσηλευτικής περί της τεχνικής της επίδεσης των διαφόρων μερών του σώματος είτε επί τραυμάτων, είτε επί άλλων κακώσεων που διαφέρουν μεταξύ τους.
    επιδεσμολογία τραυμάτων, (κεφαλής, κορμού, άκρων), επιδεσμολογία ακινησίας (με νάρθηκα)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιγολομσεδιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)