επιδιαιτητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιδιαιτητικός η επιδιαιτητική το επιδιαιτητικό
      γενική του επιδιαιτητικού της επιδιαιτητικής του επιδιαιτητικού
    αιτιατική τον επιδιαιτητικό την επιδιαιτητική το επιδιαιτητικό
     κλητική επιδιαιτητικέ επιδιαιτητική επιδιαιτητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιδιαιτητικοί οι επιδιαιτητικές τα επιδιαιτητικά
      γενική των επιδιαιτητικών των επιδιαιτητικών των επιδιαιτητικών
    αιτιατική τους επιδιαιτητικούς τις επιδιαιτητικές τα επιδιαιτητικά
     κλητική επιδιαιτητικοί επιδιαιτητικές επιδιαιτητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιδιαιτητικός < επιδιαιτητής + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτητιαιδιπε

επιδιαιτητικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτητιαιδιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά