επιμελητειακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιμελητειακός η επιμελητειακή το επιμελητειακό
      γενική του επιμελητειακού της επιμελητειακής του επιμελητειακού
    αιτιατική τον επιμελητειακό την επιμελητειακή το επιμελητειακό
     κλητική επιμελητειακέ επιμελητειακή επιμελητειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιμελητειακοί οι επιμελητειακές τα επιμελητειακά
      γενική των επιμελητειακών των επιμελητειακών των επιμελητειακών
    αιτιατική τους επιμελητειακούς τις επιμελητειακές τα επιμελητειακά
     κλητική επιμελητειακοί επιμελητειακές επιμελητειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιμελητειακός < επιμελητεία + -ακόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιετηλεμιπε

επιμελητειακός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκαιετηλεμιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά