επισυναλλαγματική
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιταμγαλλανυσιπε
επισυναλλαγματική θηλυκό
- (νομικός όροςΚατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά), οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) νέα συναλλαγματική, στη θέση άλλης, κατά της οποίας υπήρξε διαμαρτυρία
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηκιταμγαλλανυσιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επι- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)