επισφραγιστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επισφραγιστικός η επισφραγιστική το επισφραγιστικό
      γενική του επισφραγιστικού της επισφραγιστικής του επισφραγιστικού
    αιτιατική τον επισφραγιστικό την επισφραγιστική το επισφραγιστικό
     κλητική επισφραγιστικέ επισφραγιστική επισφραγιστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επισφραγιστικοί οι επισφραγιστικές τα επισφραγιστικά
      γενική των επισφραγιστικών των επισφραγιστικών των επισφραγιστικών
    αιτιατική τους επισφραγιστικούς τις επισφραγιστικές τα επισφραγιστικά
     κλητική επισφραγιστικοί επισφραγιστικές επισφραγιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επισφραγιστικός < επισφραγίζω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιγαρφσιπε

επισφραγιστικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσιγαρφσιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά