επιτρεψιμότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιτρεψιμότητα οι επιτρεψιμότητες
      γενική της επιτρεψιμότητας των επιτρεψιμοτήτων
    αιτιατική την επιτρεψιμότητα τις επιτρεψιμότητες
     κλητική επιτρεψιμότητα επιτρεψιμότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητομιψερτιπε

θηλυκό

  1. το να επιτρέπεται κάτι
  2. οι όροι προσδιορισμού επιτρεπόμενων ενεργειών
  3. ο βαθμός (ποσότητα) που επιτρέπεται κάτι Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητομιψερτιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)