επιφυλακτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιφυλακτικός η επιφυλακτική το επιφυλακτικό
      γενική του επιφυλακτικού της επιφυλακτικής του επιφυλακτικού
    αιτιατική τον επιφυλακτικό την επιφυλακτική το επιφυλακτικό
     κλητική επιφυλακτικέ επιφυλακτική επιφυλακτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιφυλακτικοί οι επιφυλακτικές τα επιφυλακτικά
      γενική των επιφυλακτικών των επιφυλακτικών των επιφυλακτικών
    αιτιατική τους επιφυλακτικούς τις επιφυλακτικές τα επιφυλακτικά
     κλητική επιφυλακτικοί επιφυλακτικές επιφυλακτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιφυλακτικός < επιφυλάσσω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκαλυφιπε

επιφυλακτικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτκαλυφιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά