επιφυλακτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- επιφυλακτικός < επιφυλάσσω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκαλυφιπε
επιφυλακτικός
- που φέρεται με επιφύλαξη
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Συγγενικά
- επιφυλακτικά
- επιφυλακτικότητα
- → δείτε τις λέξεις επιφυλάσσω, φυλάγω και φύλακας
Μεταφράσεις
επιφυλακτικός