εργατοκάτεργο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εργατοκάτεργο τα εργατοκάτεργα
      γενική του εργατοκάτεργου των εργατοκάτεργων
    αιτιατική το εργατοκάτεργο τα εργατοκάτεργα
     κλητική εργατοκάτεργο εργατοκάτεργα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εργατοκάτεργο < εργάτης + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κάτεργο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) workhouse)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ογρετακοταγρε

εργατοκάτεργο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (ιστορία)Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά) (Βρετανία) ίδρυμα φιλοξενίας αστέγων ικανών προς εργασία
  2. φυλακή στην οποία οι κατάδικοι εργάζονται χειρωνακτικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ογρετακοταγρε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)