ερπετολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ερπετολογικός η ερπετολογική το ερπετολογικό
      γενική του ερπετολογικού της ερπετολογικής του ερπετολογικού
    αιτιατική τον ερπετολογικό την ερπετολογική το ερπετολογικό
     κλητική ερπετολογικέ ερπετολογική ερπετολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ερπετολογικοί οι ερπετολογικές τα ερπετολογικά
      γενική των ερπετολογικών των ερπετολογικών των ερπετολογικών
    αιτιατική τους ερπετολογικούς τις ερπετολογικές τα ερπετολογικά
     κλητική ερπετολογικοί ερπετολογικές ερπετολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ερπετολογικός < ερπετολογ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοτεπρε

ερπετολογικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολοτεπρε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά