ερυθροσταυρίτισσα

Νέα ελληνικά (el)


 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ερυθροσταυρίτισσα οι ερυθροσταυρίτισσες
      γενική της ερυθροσταυρίτισσας των ερυθροσταυριτισσών
    αιτιατική την ερυθροσταυρίτισσα τις ερυθροσταυρίτισσες
     κλητική ερυθροσταυρίτισσα ερυθροσταυρίτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ερυθροσταυρίτισσα < ερυθροσταυρίτης + κατάληξη θηλυκού -ισσαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)


ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ασσιτιρυατσορθυρε

ερυθροσταυρίτισσα θηλυκό

 δείτε τη λέξη ερυθροσταυρίτης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ασσιτιρυατσορθυρε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)