εσωκομματικά
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εσωκομματικά < εσωκομματικός + -άΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ά (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ακιταμμοκωσε
εσωκομματικά
- με εσωκομματικό τρόπο ή διαδικασίες, σε εσωκομματικό πλαίσιο
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
εσωκομματικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
εσωκομματικά