εσωτερική εκσπερμάτωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εσωτερική εκσπερμάτωση | οι | εσωτερικές εκσπερματώσεις |
| γενική | της | εσωτερικής εκσπερμάτωσης | των | εσωτερικών εκσπερματώσεων |
| αιτιατική | την | εσωτερική εκσπερμάτωση | τις | εσωτερικές εκσπερματώσεις |
| κλητική | εσωτερική εκσπερμάτωση | εσωτερικές εκσπερματώσεις | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωταμρεπσκεηκιρετωσε
εσωτερική εκσπερμάτωση θηλυκό
- (επιστημονικός όρος)Κατηγορία:Επιστημονικοί όροι (νέα ελληνικά) εκσπερμάτωση μέσα στο αιδοίο ή στον πρωκτό
Μεταφράσεις
εσωτερική εκσπερμάτωση
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επιστημονικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)