εσωτερική εκσπερμάτωση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εσωτερική εκσπερμάτωση οι εσωτερικές εκσπερματώσεις
      γενική της εσωτερικής εκσπερμάτωσης των εσωτερικών εκσπερματώσεων
    αιτιατική την εσωτερική εκσπερμάτωση τις εσωτερικές εκσπερματώσεις
     κλητική εσωτερική εκσπερμάτωση εσωτερικές εκσπερματώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /e.so.te.ɾiˈci ek.speɾˈma.to.si/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωταμρεπσκεηκιρετωσε

εσωτερική εκσπερμάτωση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησωταμρεπσκεηκιρετωσε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επιστημονικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)