εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εταιρεία περιορισμένης ευθύνης < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) limited liability company
- → δείτε τις λέξεις εταιρεία, περιορισμένος και ευθύνη
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηνυθυεσηνεμσιροιρεπαιεριατε
εταιρεία περιορισμένης ευθύνης θηλυκό
- εμπορική εταιρεία της οποίας η ιδιοκτησία είναι χωρισμένη σε μερίδια (αλλά όχι και σε μετοχές) και οι αρχές λειτουργίας της καθορίζονται με το καταστατικό της. Οι μέτοχοι της εταιρείας έχουν περιορισμένη ευθύνη, δηλαδή δεν είναι προσωπικά υπεύθυνοι για τα χρέη της εταιρείας παρά μόνο μέχρι του ποσού της συμμετοχής τους στην εταιρεία.
- συντομογραφία: ΕΠΕ
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
εταιρεία περιορισμένης ευθύνης