ευπροσαρμοστικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ευπροσαρμοστικότητα < ευ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ευ- (νέα ελληνικά) + προσαρμοστικότητα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτσομρασορπυε
ευπροσαρμοστικότητα θηλυκό
- (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), ψυχολογίαΚατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)) η ικανότητα ενός ατόμου, οργανισμού ή συστήματος να προσαρμόζεται εύκολα, γρήγορα και αποτελεσματικά σε νέες συνθήκες, αλλαγές ή περιβάλλοντα
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
ευπροσαρμοστικότητα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ευ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)