ευρηματικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ευρηματικότητα < αρχαία ελληνική: εὑρίσκω, εὕρεσις < ευρίσκω < επίθετο: ευρηματικός + επίθημα: -ότητα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιταμηρυε
ευρηματικότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του ευρηματικού· η ικανότητα επινόησης πρωτότυπων και αποτελεσματικών λύσεων
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)
Μεταφράσεις
ευρηματικότητα