ευτηκτοειδής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευτηκτοειδής η ευτηκτοειδής το ευτηκτοειδές
      γενική του ευτηκτοειδούς* της ευτηκτοειδούς του ευτηκτοειδούς
    αιτιατική τον ευτηκτοειδή την ευτηκτοειδή το ευτηκτοειδές
     κλητική ευτηκτοειδή(ς) ευτηκτοειδής ευτηκτοειδές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευτηκτοειδείς οι ευτηκτοειδείς τα ευτηκτοειδή
      γενική των ευτηκτοειδών των ευτηκτοειδών των ευτηκτοειδών
    αιτιατική τους ευτηκτοειδείς τις ευτηκτοειδείς τα ευτηκτοειδή
     κλητική ευτηκτοειδείς ευτηκτοειδείς ευτηκτοειδή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ευτηκτοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) eutectoid < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) εὔτηκτος (< εὖ + τήκω) + -ο- + -ειδής

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηδιεοτκητυε

ευτηκτοειδής, -ής, -ές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηδιεοτκητυε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)