εἰδωλοποιέω

Αρχαία ελληνικά (grc)

Ετυμολογία

εἰδωλοποιέω < εἰδωλο(ποιός) + Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (αρχαία ελληνικά) -ποιέωΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιέω (αρχαία ελληνικά)

ΡήμαΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ωειοπολωδιε

εἰδωλοποιέω ουδέτερο

Σημειώσεις

Συγγενικά

 και δείτε τις λέξεις εἴδωλον και ποιέω

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιέω (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)