ζαχαροπλαστική
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ζαχαροπλαστική | ||
| γενική | της | ζαχαροπλαστικής | ||
| αιτιατική | τη | ζαχαροπλαστική | ||
| κλητική | ζαχαροπλαστική | |||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ζαχαροπλαστική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ζαχαροπλαστικός
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιτσαλποραχαζ
ζαχαροπλαστική θηλυκό
- (μαγειρικήΚατηγορία:Μαγειρική (νέα ελληνικά)) η τέχνη της παρασκευής γλυκισμάτων
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ζαχαροπλαστική
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μαγειρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά στον ενικό (νέα ελληνικά)