ζαχαροπωλείο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ζαχαροπωλείο < ζαχαρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ζαχαρο- (νέα ελληνικά) + -πωλείοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πωλείο (νέα ελληνικά)• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Προφορά
- ΔΦΑ : /za.xa.ɾo.poˈli.o/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζα‐χα‐ρο‐πω‐λεί‐ο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιελωποραχαζ
ζαχαροπωλείο ουδέτερο
- κατάστημα το οποίο πουλά γλυκά και είδη ζαχαροπλαστικής
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Ο Γαλατάς είνε το άστυ της Κωνσταντινούπολης. Όλοι σχεδόν οι δρόμοι είνε στενοί και σκολιοί, έχοντες εκατέρωθεν οινοπωλεία, ζαχαροπωλεία, κουρεία, κρεοπωλεία, ελληνικά και αρμένικα καφενεία, καταστήματα εμπορικά, εργαστήρια και παραπήγματα.
- Δε Αμίτσι, Εδμόνδος, Η Κωνσταντινούπολις (Αθήναι 1896), σελ. 58-59., μέσω του Τσιλένης Σάββας, «Τοπογραφία της Οθωμανικής Κωνσταντινούπολης», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Pâtisseries, confiseries, κονφεταρίες, γαλακτοπωλεία, ζαχαροπωλεία ανοίγουν το ένα μετά το άλλο.
- Θωμάς Σιταράς, Οι Παλιοί Αθηναίοι ανακαλύπτουν το παγωτό, lifo.gr, 2 Ιουλίου 2017
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Τα ζαχαροπλαστεία και ζαχαροπωλεία, τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνος βρίσκονται στο κέντρο της πόλης.
- Ελευθέριος Σκιαδάς, Από τα πρώτα ζαχαροπλαστεία επί Όθωνος στα γλυκατζίδικα του ποδαριού του Μεσοπολέμου, Τα Αθηναϊκά, 21 Δεκεμβρίου 2019
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Ο Γαλατάς είνε το άστυ της Κωνσταντινούπολης. Όλοι σχεδόν οι δρόμοι είνε στενοί και σκολιοί, έχοντες εκατέρωθεν οινοπωλεία, ζαχαροπωλεία, κουρεία, κρεοπωλεία, ελληνικά και αρμένικα καφενεία, καταστήματα εμπορικά, εργαστήρια και παραπήγματα.
Συγγενικά
Μεταφράσεις
ζαχαροπωλείο
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πωλείο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ζαχαρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)