ζωντανοθαμμένος

Δείτε επίσης: ζωντανοπεθαμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ζωντανοθαμμένος η ζωντανοθαμμένη το ζωντανοθαμμένο
      γενική του ζωντανοθαμμένου της ζωντανοθαμμένης του ζωντανοθαμμένου
    αιτιατική τον ζωντανοθαμμένο τη ζωντανοθαμμένη το ζωντανοθαμμένο
     κλητική ζωντανοθαμμένε ζωντανοθαμμένη ζωντανοθαμμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ζωντανοθαμμένοι οι ζωντανοθαμμένες τα ζωντανοθαμμένα
      γενική των ζωντανοθαμμένων των ζωντανοθαμμένων των ζωντανοθαμμένων
    αιτιατική τους ζωντανοθαμμένους τις ζωντανοθαμμένες τα ζωντανοθαμμένα
     κλητική ζωντανοθαμμένοι ζωντανοθαμμένες ζωντανοθαμμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ζωντανοθαμμένος < ζωντανό(ς) + θαμμένος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμαθονατνωζ

ζωντανοθαμμένος -η, -ο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμμαθονατνωζ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά