ηλεκτρική εγκατάσταση
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ηλεκτρική εγκατάσταση, → δείτε τις λέξεις ηλεκτρικός και εγκατάσταση
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησατσατακγεηκιρτκελη
ηλεκτρική εγκατάσταση θηλυκό
- το σύνολο των ηλεκτρικών κυκλωμάτων που επιτρέπουν τον εφοδιασμό με ηλεκτρικό ρεύμα
Μεταφράσεις
ηλεκτρική εγκατάσταση
|
|