ηλεκτρικό φορτίο

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

 δείτε τη λέξη  ηλεκτρικός και φορτίο

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιτροφοκιρτκελη

ηλεκτρικό φορτίο ουδέτερο

  1. η ηλεκτρική ενέργεια που φέρει ένα σώμα φορτισμένο με στατικό ηλεκτρισμό. Μετριέται σε coulomb
  2. κβαντικός αριθμός που αναφέρεται στα υποατομικά σωματίδια και προσδιορίζει τις ηλεκτρομαγνητικές αλληλεπιδράσεις τους
    το ηλεκτρόνιο έχει ηλεκτρικό φορτίο -1 και το πρωτόνιο +1

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιτροφοκιρτκελη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)