ηλεκτροδυναμική
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ηλεκτροδυναμική | ||
| γενική | της | ηλεκτροδυναμικής | ||
| αιτιατική | την | ηλεκτροδυναμική | ||
| κλητική | ηλεκτροδυναμική | |||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιμανυδορτκελη
ηλεκτροδυναμική θηλυκό
- κλάδος της φυσικής που μελετά την αμοιβαία επίδραση των ηλεκτρικών ρευμάτων, καθώς και την επίδραση του ηλεκτρικού ρεύματος πάνω στους μαγνήτες
Μεταφράσεις
ηλεκτροδυναμική
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
ηλεκτροδυναμική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροδυναμικός
Ομώνυμα / Ομόηχα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά στον ενικό (νέα ελληνικά)