ηλεκτροθερμόμετρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ηλεκτροθερμόμετρο τα ηλεκτροθερμόμετρα
      γενική του ηλεκτροθερμόμετρου των ηλεκτροθερμόμετρων
    αιτιατική το ηλεκτροθερμόμετρο τα ηλεκτροθερμόμετρα
     κλητική ηλεκτροθερμόμετρο ηλεκτροθερμόμετρα
Λόγιοι τύποι γενικής με -θερμομέτρου, -θερμομέτρων δε συνηθίζονται.
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ηλεκτροθερμόμετρο <  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Μορφολογικά αναλύεται σε ηλεκτρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ηλεκτρο- (νέα ελληνικά) + θερμόμετρο

Προφορά

ΔΦΑ : /i.lek.tɾo.θeɾˈmo.me.tɾo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ηλεκτροθερμόμετρο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτεμομρεθορτκελη

ηλεκτροθερμόμετρο ουδέτερο

Συγγενικά

 και δείτε τις λέξεις ήλεκτρο και θερμός

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ηλεκτρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)