ηλεκτροκάμινος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηλεκτροκάμινος οι ηλεκτροκάμινοι
      γενική της ηλεκτροκαμίνου των ηλεκτροκαμίνων
    αιτιατική την ηλεκτροκάμινο τις ηλεκτροκαμίνους
     κλητική ηλεκτροκάμινε ηλεκτροκάμινοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ηλεκτροκάμινος < ηλεκτρική + κάμινος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονιμακορτκελη

ηλεκτροκάμινος θηλυκό και «Η/Κ»

  • καμίνι στο οποίο η ενέργεια προσδίδεται με ηλεκτρισμό (συνήθως κάμινος επεξεργασίας μετάλλων)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονιμακορτκελη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)