ηλεκτρομηχανικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιναχημορτκελη
ηλεκτρομηχανικός, -ή, -ό
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) σχετικός με τον έλεγχο ή τον χειρισμό κάποιας μηχανής με ηλεκτρικά όργανα
- (τεχνολογία)Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά) συσκευή που αποτελείται από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιναχημορτκελη
ηλεκτρομηχανικός αρσενικό ή θηλυκό
- (τεχνολογία)Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά) (επάγγελμα) ο μηχανικός ηλεκτρολόγος που ειδικεύεται στην σχεδίαση, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρομηχανικών συσκευών
Μεταφράσεις
σχετικός με τον χειρισμό...
επάγγελμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)