ηλεκτρονικοποίηση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηλεκτρονικοποίηση οι ηλεκτρονικοποιήσεις
      γενική της ηλεκτρονικοποίησης* των ηλεκτρονικοποιήσεων
    αιτιατική την ηλεκτρονικοποίηση τις ηλεκτρονικοποιήσεις
     κλητική ηλεκτρονικοποίηση ηλεκτρονικοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ηλεκτρονικοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ηλεκτρονικοποίηση < ηλεκτρονικός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποίησηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκινορτκελη

ηλεκτρονικοποίηση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηιοποκινορτκελη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)