ηλεκτροτεχνικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ηλεκτροτεχνικός η ηλεκτροτεχνική το ηλεκτροτεχνικό
      γενική του ηλεκτροτεχνικού της ηλεκτροτεχνικής του ηλεκτροτεχνικού
    αιτιατική τον ηλεκτροτεχνικό την ηλεκτροτεχνική το ηλεκτροτεχνικό
     κλητική ηλεκτροτεχνικέ ηλεκτροτεχνική ηλεκτροτεχνικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ηλεκτροτεχνικοί οι ηλεκτροτεχνικές τα ηλεκτροτεχνικά
      γενική των ηλεκτροτεχνικών των ηλεκτροτεχνικών των ηλεκτροτεχνικών
    αιτιατική τους ηλεκτροτεχνικούς τις ηλεκτροτεχνικές τα ηλεκτροτεχνικά
     κλητική ηλεκτροτεχνικοί ηλεκτροτεχνικές ηλεκτροτεχνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ηλεκτροτεχνικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκινχετορτκελη

ηλεκτροτεχνικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκινχετορτκελη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά