θάλαμος αποσυμπίεσης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- → δείτε τη λέξη θάλαμος και αποσυμπίεση
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σησειπμυσοπασομαλαθ
θάλαμος αποσυμπίεσης αρσενικό
- ειδικός θάλαμος ή χώρος όπου γίνεται η αποσυμπίεση
Μεταφράσεις
θάλαμος αποσυμπίεσης