θεμελιώδης κατάσταση
Νέα ελληνικά (el)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησατσατακσηδωιλεμεθ
θεμελιώδης κατάσταση (el)