θεοκατάρατος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θεοκατάρατος η θεοκατάρατη το θεοκατάρατο
      γενική του θεοκατάρατου της θεοκατάρατης του θεοκατάρατου
    αιτιατική τον θεοκατάρατο τη θεοκατάρατη το θεοκατάρατο
     κλητική θεοκατάρατε θεοκατάρατη θεοκατάρατο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θεοκατάρατοι οι θεοκατάρατες τα θεοκατάρατα
      γενική των θεοκατάρατων των θεοκατάρατων των θεοκατάρατων
    αιτιατική τους θεοκατάρατους τις θεοκατάρατες τα θεοκατάρατα
     κλητική θεοκατάρατοι θεοκατάρατες θεοκατάρατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

θεοκατάρατος < θεός + κατάρα/καταριέμαι + -τος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοταρατακοεθ

θεοκατάρατος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοταρατακοεθ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά