θεοκυβέρνητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θεοκυβέρνητος η θεοκυβέρνητη το θεοκυβέρνητο
      γενική του θεοκυβέρνητου της θεοκυβέρνητης του θεοκυβέρνητου
    αιτιατική τον θεοκυβέρνητο τη θεοκυβέρνητη το θεοκυβέρνητο
     κλητική θεοκυβέρνητε θεοκυβέρνητη θεοκυβέρνητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θεοκυβέρνητοι οι θεοκυβέρνητες τα θεοκυβέρνητα
      γενική των θεοκυβέρνητων των θεοκυβέρνητων των θεοκυβέρνητων
    αιτιατική τους θεοκυβέρνητους τις θεοκυβέρνητες τα θεοκυβέρνητα
     κλητική θεοκυβέρνητοι θεοκυβέρνητες θεοκυβέρνητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

θεοκυβέρνητος < μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) θεοκυβέρνητος. Μορφολογικά αναλύεται σε θεο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θεο- (νέα ελληνικά) + κυβερνώ + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά).

Προφορά

ΔΦΑ : /θe.o.ciˈveɾ.ni.tos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: θεοκυβέρνητος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηνρεβυκοεθ

θεοκυβέρνητος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Πηγές

  • θεοκυβέρνητος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίσηΚατηγορία:Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / θεοκυβέρνητος τὸ θεοκυβέρνητον
      γενική τοῦ/τῆς θεοκυβερνήτου τοῦ θεοκυβερνήτου
      δοτική τῷ/τῇ θεοκυβερνήτ τῷ θεοκυβερνήτ
    αιτιατική τὸν/τὴν θεοκυβέρνητον τὸ θεοκυβέρνητον
     κλητική ! θεοκυβέρνητε θεοκυβέρνητον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ θεοκυβέρνητοι τὰ θεοκυβέρνητα
      γενική τῶν θεοκυβερνήτων τῶν θεοκυβερνήτων
      δοτική τοῖς/ταῖς θεοκυβερνήτοις τοῖς θεοκυβερνήτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς θεοκυβερνήτους τὰ θεοκυβέρνητα
     κλητική ! θεοκυβέρνητοι θεοκυβέρνητα
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

θεοκυβέρνητος < θεο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θεο- (μεσαιωνικά ελληνικά) + κυβερνώ + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (μεσαιωνικά ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)#σοτηνρεβυκοεθ

θεοκυβέρνητος, -ος, -ον

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θεο- (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θεο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικά Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)