θερμοδιαμόρφωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | θερμοδιαμόρφωση | οι | θερμοδιαμορφώσεις |
| γενική | της | θερμοδιαμόρφωσης | των | θερμοδιαμορφώσεων |
| αιτιατική | τη | θερμοδιαμόρφωση | τις | θερμοδιαμορφώσεις |
| κλητική | θερμοδιαμόρφωση | θερμοδιαμορφώσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- θερμοδιαμόρφωση < θερμο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θερμο- (νέα ελληνικά) + διαμόρφωση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωφρομαιδομρεθ
θερμοδιαμόρφωση θηλυκό
- μέθοδος διαμόρφωσης διαφόρων υλικών (π.χ. θερμοπλαστικών)
Μεταφράσεις
θερμοδιαμόρφωση
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θερμο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)