θωρακοχειρουργικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θωρακοχειρουργικός η θωρακοχειρουργική το θωρακοχειρουργικό
      γενική του θωρακοχειρουργικού της θωρακοχειρουργικής του θωρακοχειρουργικού
    αιτιατική τον θωρακοχειρουργικό τη θωρακοχειρουργική το θωρακοχειρουργικό
     κλητική θωρακοχειρουργικέ θωρακοχειρουργική θωρακοχειρουργικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θωρακοχειρουργικοί οι θωρακοχειρουργικές τα θωρακοχειρουργικά
      γενική των θωρακοχειρουργικών των θωρακοχειρουργικών των θωρακοχειρουργικών
    αιτιατική τους θωρακοχειρουργικούς τις θωρακοχειρουργικές τα θωρακοχειρουργικά
     κλητική θωρακοχειρουργικοί θωρακοχειρουργικές θωρακοχειρουργικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

θωρακοχειρουργικός < θωρακοχειρουργός + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγρυοριεχοκαρωθ

θωρακοχειρουργικός

  • που έχει σχέση με τον θωρακοχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγρυοριεχοκαρωθ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά