ιερακοτρόφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ιερακοτρόφος οι ιερακοτρόφοι
      γενική του/της ιερακοτρόφου των ιερακοτρόφων
    αιτιατική τον/την ιερακοτρόφο τους/τις ιερακοτρόφους
     κλητική ιερακοτρόφε ιερακοτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ιερακοτρόφος < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) ἱερακοτρόφος < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἱέραξ + τρέφω -τρόφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφορτοκαρει

ιερακοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

Παράγωγα

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφορτοκαρει
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)