ιεροκοκκυγικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ιεροκοκκυγικός η ιεροκοκκυγική το ιεροκοκκυγικό
      γενική του ιεροκοκκυγικού της ιεροκοκκυγικής του ιεροκοκκυγικού
    αιτιατική τον ιεροκοκκυγικό την ιεροκοκκυγική το ιεροκοκκυγικό
     κλητική ιεροκοκκυγικέ ιεροκοκκυγική ιεροκοκκυγικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ιεροκοκκυγικοί οι ιεροκοκκυγικές τα ιεροκοκκυγικά
      γενική των ιεροκοκκυγικών των ιεροκοκκυγικών των ιεροκοκκυγικών
    αιτιατική τους ιεροκοκκυγικούς τις ιεροκοκκυγικές τα ιεροκοκκυγικά
     κλητική ιεροκοκκυγικοί ιεροκοκκυγικές ιεροκοκκυγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ιεροκοκκυγικός < ιερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ιερο- (νέα ελληνικά) + κοκκυγικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγυκκοκορει

ιεροκοκκυγικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγυκκοκορει
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ιερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά