ιμβερτοσάκχαρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιμβερτοσάκχαρο τα ιμβερτοσάκχαρα
      γενική του ιμβερτοσάκχαρου
& ιμβερτοσακχάρου
των ιμβερτοσάκχαρων
& ιμβερτοσακχάρων
    αιτιατική το ιμβερτοσάκχαρο τα ιμβερτοσάκχαρα
     κλητική ιμβερτοσάκχαρο ιμβερτοσάκχαρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ιμβερτοσάκχαρο < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) invert + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + σάκχαρο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οραχκασοτρεβμι

ιμβερτοσάκχαρο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οραχκασοτρεβμι
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τρόφιμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)