ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία | ||
| γενική | της | ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας | ||
| αιτιατική | την | ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία | ||
| κλητική | ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία < Μαρτυρείται τουλάχιστον από το 1977.
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.sto.ɾi.ko.si(ŋ).gɾi.tiˈci ɣlo.so.loˈʝi.a/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ι‐στο‐ρι‐κο‐συ‐γκρι‐τι‐κή γλωσ‐σο‐λο‐γί‐α
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολοσσωλγηκιτιρκγυσοκιροτσι
ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία)Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) υπερώνυμο της ιστορικής και της συγκριτικής γλωσσολογίας, ως ενωμένο επιστημονικό πεδίο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) 1977 Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου (ΙΜΧΑ), Πρακτικά, σελ. 24
- Ἡ διαλεκτολογία πέρασε ἀπὸ φάσεις: στατιστική, φωνητική, γλωσσογεωγραφική. Στὴν ἀρχὴ συμπλήρωνε τὴν ἱστορικοσυγκριτικὴ γλωσσολογία, ἔπειτα ἁπλώθηκε στὴν ἱστορία, γεωγραφία καὶ λαογραφία (ἐθνογλωσσολογία) παίρνοντας συνεχῶς ὑπόψη ἐξωγλωσσικοὺς παράγοντες.
- < υπώνυμα: μακρογλωσσολογία
- ≤ συνυπώνυμα: ιστορική γλωσσολογία, συγκριτική γλωσσολογία
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) 1977 Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου (ΙΜΧΑ), Πρακτικά, σελ. 24
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)