κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κάθομαι με σταυρωμένα/δεμένα (τα) χέρια → δείτε τις λέξεις κάθομαι, με, σταυρωμένα, τα και χέρια
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈka.θo.me me‿sta.vɾoˈme.na ta‿ˈçe.ɾʝa/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) (κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια)
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρεχατανεμωρυατσεμιαμοθακ
κάθομαι με σταυρωμένα/δεμένα (τα) χέρια
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) δεν κάνω τίποτα, αδρανώ, μένω άπρακτος, συνήθως σε καθιστή θέση
Δεν καθόμαστε με σταυρωμένα τα χεράκια μας, βρίσκουμε πάντα κάτι να κάνουμε.
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια
|
→ δείτε την έκφραση σταυρώνω τα χέρια |
Πηγές
- σταυρώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιρεχατανεμωρυατσεμιαμοθακ