καθαρευουσιάνος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- καθαρευουσιάνος < καθαρεύουσα + -ιάνοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάνος (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοναισυουεραθακ
καθαρευουσιάνος αρσενικό (θηλυκό: καθαρευουσιάνα)
- (μειωτικό)Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) αυτός που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα
Συνώνυμα
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις καθαρεύουσα και καθαρός
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοναισυουεραθακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάνος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)