κακοχώνευτος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κακοχώνευτος η κακοχώνευτη το κακοχώνευτο
      γενική του κακοχώνευτου της κακοχώνευτης του κακοχώνευτου
    αιτιατική τον κακοχώνευτο την κακοχώνευτη το κακοχώνευτο
     κλητική κακοχώνευτε κακοχώνευτη κακοχώνευτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κακοχώνευτοι οι κακοχώνευτες τα κακοχώνευτα
      γενική των κακοχώνευτων των κακοχώνευτων των κακοχώνευτων
    αιτιατική τους κακοχώνευτους τις κακοχώνευτες τα κακοχώνευτα
     κλητική κακοχώνευτοι κακοχώνευτες κακοχώνευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κακοχώνευτος < κακοχωνεύω + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτυενωχοκακ

κακοχώνευτος

  1. (κυριολεκτικά) που χωνεύται με δυσκολία
  2. (μεταφορικά) που δεν τον ανέχεται κάποιος εύκολα
     συνώνυμα: ανυπόφορος, δύστροπος, φορτικός

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτυενωχοκακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά