καλαθοπλέκτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καλαθοπλέκτης οι καλαθοπλέκτες
      γενική του καλαθοπλέκτη των καλαθοπλεκτών
    αιτιατική τον καλαθοπλέκτη τους καλαθοπλέκτες
     κλητική καλαθοπλέκτη καλαθοπλέκτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καλαθοπλέκτης < καλάθι + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πλέκτης
Καλαθοπλέκτης με τα δημιουργήματά του.

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητκελποθαλακ

καλαθοπλέκτης αρσενικό (θηλυκό καλαθοπλέκτρια)

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητκελποθαλακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)