καλυτέρευσις

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

καλυτέρευσις < καλυτερεύ(ω) + -σιςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σις (καθαρεύουσα)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚαθαρεύουσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)

καλυτέρευσις θηλυκό

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Καθαρεύουσα Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σις (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)